ανεπιστρεπτί
•
- οριστικά και αμετάκλητα, δίχως επιστροφή, δίχως πισωγύρισμα, ποτέ ή για πάντα, ανάλογα με τα συμφραζόμενα Βικιλεξικό
- ο χρόνος κυλά ανεπιστρεπτί
Ετυμολογία
ανεπιστρεπτί < ἀνεπιστρεπτί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →