Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπιτήρητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν επιτηρείται, δεν επιβλέπεται, δεν παρακολουθείται (με την έννοια της φύλαξης), που δεν τον εποπτεύουν Βικιλεξικό
    • δραπέτευσε γιατί ενώ βρισκόταν υποτίθεται με άδεια Χριστουγέννων στο σπίτι του, ήταν ανεπιτήρητος
    • άμα αφήσεις παιδί ή και ενήλικα ανεπιτήρητο σε διαγωνισμό...

Ετυμολογία

ανεπιτήρητος < α στερητικό και επιτηρώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπιτήρητοςανεπιτήρητηανεπιτήρητο
Γενικήανεπιτήρητουανεπιτήρητηςανεπιτήρητου
Αιτιατικήανεπιτήρητοανεπιτήρητηανεπιτήρητο
Κλητικήανεπιτήρητεανεπιτήρητηανεπιτήρητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπιτήρητοιανεπιτήρητεςανεπιτήρητα
Γενικήανεπιτήρητωνανεπιτήρητωνανεπιτήρητων
Αιτιατικήανεπιτήρητουςανεπιτήρητεςανεπιτήρητα
Κλητικήανεπιτήρητοιανεπιτήρητεςανεπιτήρητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →