Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπιφύλακτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν περιέχει ή δεν εκφράζεται με καμιά επιφύλαξη, απόλυτος, χωρίς ενδοιασμούς και αμφιβολίες Βικιλεξικό
    • εξέφρασε την ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη του

Ετυμολογία

ανεπιφύλακτος < (καθαρεύουσα) ἀνεπιφύλακτος. Μορφολογικά, αν- στερητικό + επιφυλακ-(ἐπιφύλαξις) + -ση < αρχαία ελληνική ἐπιφυλάσσω.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπιφύλακτοςανεπιφύλακτηανεπιφύλακτο
Γενικήανεπιφύλακτουανεπιφύλακτηςανεπιφύλακτου
Αιτιατικήανεπιφύλακτοανεπιφύλακτηανεπιφύλακτο
Κλητικήανεπιφύλακτεανεπιφύλακτηανεπιφύλακτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπιφύλακτοιανεπιφύλακτεςανεπιφύλακτα
Γενικήανεπιφύλακτωνανεπιφύλακτωνανεπιφύλακτων
Αιτιατικήανεπιφύλακτουςανεπιφύλακτεςανεπιφύλακτα
Κλητικήανεπιφύλακτοιανεπιφύλακτεςανεπιφύλακτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →