Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπρόκοπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αχαΐρευτος, ο απρόκοπος, που δε λέει να κάνει προκοπή, δεν προκόβει, δεν προοδεύει σε τίποτα Βικιλεξικό
    • «Ας τον να μπει, το μπουκλούκι!» Ο Μπίλης ήταν το μπουκλούκι, το σκουπίδι δηλαδή, ο ανεπρόκοπος. (Χρήστος Χαρτοματσίδης, Ρίο Γκράντε, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)

Ετυμολογία

ανεπρόκοπος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀπρόκοπος < ἀ- στερητικό (> αντικατάσταση με τη μορφή ανε-) + προκοπ(ή) + -ος. Δείτε και προκόπτω (προχωρώ, προοδεύω).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπρόκοποςανεπρόκοπηανεπρόκοπο
Γενικήανεπρόκοπουανεπρόκοπηςανεπρόκοπου
Αιτιατικήανεπρόκοποανεπρόκοπηανεπρόκοπο
Κλητικήανεπρόκοπεανεπρόκοπηανεπρόκοπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπρόκοποιανεπρόκοπεςανεπρόκοπα
Γενικήανεπρόκοπωνανεπρόκοπωνανεπρόκοπων
Αιτιατικήανεπρόκοπουςανεπρόκοπεςανεπρόκοπα
Κλητικήανεπρόκοποιανεπρόκοπεςανεπρόκοπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →