ανεπτυγμένος
•
- που έχει ήδη αναπτυχθεί (όπως σε σωματική διάπλαση ή σε κάποιον τομέα) Βικιλεξικό
- για σχήμαπου είναι εκτεταμένο, απλωμένο Βικιλεξικό
- ανεπτυγμένο τετράγωνο,ανεπτυγμένος κύβος
- που ως θέμα παρουσιάστηκε αναλυτικά και εμπεριστατωμένα χωρίς περιττά στοιχεία Βικιλεξικό
- Το θέμα της έκθεσης ήταν ανεπτυγμένο πολύ σωστά
- που είναι αναλυμένος Βικιλεξικό
- Κάθε αριθμός μπορεί να γραφεί σε ανεπτυγμένη μορφή
Ετυμολογία
ανεπτυγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπτύσσω
Άλλοι τύποι
αναπτυγμένοςανεπτυγμέναανεπτυγμένεανεπτυγμένεςανεπτυγμένηανεπτυγμένηςανεπτυγμένοανεπτυγμένοιανεπτυγμένοςανεπτυγμένουανεπτυγμένουςανεπτυγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →