ανερευνώ
•
- λόγιοερευνώ προσεκτικά, ψάχνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανερευνώ < αρχαία ελληνική ἀνερευνάω / ἀνερευνῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανερευνώ | ανερευνείς | ανερευνεί | ανερευνούμε | ανερευνείτε | ανερευνούν / ανερευνούνε |
| Παρατατικός | ανερευνούσα | ανερευνούσες | ανερευνούσε | ανερευνούσαμε | ανερευνούσατε | ανερευνούσαν / ανερευνούσανε |
| Αόριστος | ανερεύνησα | ανερεύνησες | ανερεύνησε | ανερευνήσαμε | ανερευνήσατε | ανερευνήσαν / ανερευνήσανε / ανερεύνησαν |
| Μέλλοντας | θα ανερευνήσω / θα ανερευνώ | θα ανερευνήσεις / θα ανερευνείς | θα ανερευνήσει / θα ανερευνεί | θα ανερευνήσουμε / θα ανερευνούμε | θα ανερευνήσετε / θα ανερευνείτε | θα ανερευνήσουν / θα ανερευνήσουνε / θα ανερευνούν / θα ανερευνούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανερευνήσει | έχεις ανερευνήσει | έχει ανερευνήσει | έχουμε ανερευνήσει | έχετε ανερευνήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανερευνήσει | είχες ανερευνήσει | είχε ανερευνήσει | είχαμε ανερευνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανερευνήσει / να ανερευνήσω / να ανερευνώ | να έχεις ανερευνήσει / να ανερευνήσεις / να ανερευνείς | να έχει ανερευνήσει / να ανερευνήσει / να ανερευνεί | να έχουμε ανερευνήσει / να ανερευνήσουμε / να ανερευνούμε | να έχετε ανερευνήσει / να ανερευνήσετε / να ανερευνείτε | να ανερευνήσουν / να ανερευνήσουνε / να ανερευνούν / να ανερευνούνε |
| Προστακτική | — | ανερεύνει / ανερεύνησε | — | — | ανερευνήστε / ανερευνείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →