ανερχόμενος
•
- που είναι σε φάση ακμής, που ανέρχεται, που είναι φιλόδοξος και έχει στόχο την κορυφή. Βικιλεξικό
- Ειναι ανερχόμενος στην κομματική ιεραρχία, στην επιχείρηση.
Ετυμολογία
ανερχόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ανέρχομαι
Άλλοι τύποι
ανερχόμεναανερχόμενεανερχόμενεςανερχόμενηανερχόμενηςανερχόμενοανερχόμενοιανερχόμενοςανερχόμενουανερχόμενουςανερχόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →