ανευθυνοϋπεύθυνος
•
- για άτομο που ενώ έχει μια συγκεκριμένη ευθύνη, εντούτοις την παραμελεί υποστηρίζοντας ότι την φέρει άλλος, που φέρεται ανεύθυνα ενώ έχει νευραλγική θέση σε έναν τομέα Βικιλεξικό
- για άτομο που έχει οριστεί ως υπεύθυνο σε έναν τομέα, αλλά που για διάφορους λόγους δεν το αφήνουν να διεκπεραιώσει τις υποχρεώσεις του και στην πράξη του αφαιρούν την αρμοδιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανευθυνοϋπεύθυνος < νεολογισμός από το ανεύθυνος και το υπεύθυνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανευθυνοϋπεύθυνος | ανευθυνοϋπεύθυνη | ανευθυνοϋπεύθυνο |
| Γενική | ανευθυνοϋπεύθυνου | ανευθυνοϋπεύθυνης | ανευθυνοϋπεύθυνου |
| Αιτιατική | ανευθυνοϋπεύθυνο | ανευθυνοϋπεύθυνη | ανευθυνοϋπεύθυνο |
| Κλητική | ανευθυνοϋπεύθυνε | ανευθυνοϋπεύθυνη | ανευθυνοϋπεύθυνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανευθυνοϋπεύθυνοι | ανευθυνοϋπεύθυνες | ανευθυνοϋπεύθυνα |
| Γενική | ανευθυνοϋπεύθυνων | ανευθυνοϋπεύθυνων | ανευθυνοϋπεύθυνων |
| Αιτιατική | ανευθυνοϋπεύθυνους | ανευθυνοϋπεύθυνες | ανευθυνοϋπεύθυνα |
| Κλητική | ανευθυνοϋπεύθυνοι | ανευθυνοϋπεύθυνες | ανευθυνοϋπεύθυνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →