Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανευθυνοϋπεύθυνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άτομο που ενώ έχει μια συγκεκριμένη ευθύνη, εντούτοις την παραμελεί υποστηρίζοντας ότι την φέρει άλλος, που φέρεται ανεύθυνα ενώ έχει νευραλγική θέση σε έναν τομέα Βικιλεξικό
  2. για άτομο που έχει οριστεί ως υπεύθυνο σε έναν τομέα, αλλά που για διάφορους λόγους δεν το αφήνουν να διεκπεραιώσει τις υποχρεώσεις του και στην πράξη του αφαιρούν την αρμοδιότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανευθυνοϋπεύθυνος < νεολογισμός από το ανεύθυνος και το υπεύθυνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανευθυνοϋπεύθυνοςανευθυνοϋπεύθυνηανευθυνοϋπεύθυνο
Γενικήανευθυνοϋπεύθυνουανευθυνοϋπεύθυνηςανευθυνοϋπεύθυνου
Αιτιατικήανευθυνοϋπεύθυνοανευθυνοϋπεύθυνηανευθυνοϋπεύθυνο
Κλητικήανευθυνοϋπεύθυνεανευθυνοϋπεύθυνηανευθυνοϋπεύθυνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανευθυνοϋπεύθυνοιανευθυνοϋπεύθυνεςανευθυνοϋπεύθυνα
Γενικήανευθυνοϋπεύθυνωνανευθυνοϋπεύθυνωνανευθυνοϋπεύθυνων
Αιτιατικήανευθυνοϋπεύθυνουςανευθυνοϋπεύθυνεςανευθυνοϋπεύθυνα
Κλητικήανευθυνοϋπεύθυνοιανευθυνοϋπεύθυνεςανευθυνοϋπεύθυνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →