ανευλάβεια
•
- λόγιοη έλλειψη ευλάβειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανευλάβεια < αρχαία ελληνική ἀνευλάβεια < ἀνευλαβής < εὐλαβής < εὖ + λαμβάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sleh₂gʷ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανευλάβεια | ανευλάβειες |
| Γενική | ανευλάβειας | ανευλαβειών |
| Αιτιατική | ανευλάβεια | ανευλάβειες |
| Κλητική | ανευλάβεια | ανευλάβειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →