Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανευχάριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο πάντοτε μουρμουρίζων και μεμψιμοιρών Βικιλεξικό
  2. αχάριστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανευχάριστος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανευχάριστοςανευχάριστηανευχάριστο
Γενικήανευχάριστουανευχάριστηςανευχάριστου
Αιτιατικήανευχάριστοανευχάριστηανευχάριστο
Κλητικήανευχάριστεανευχάριστηανευχάριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανευχάριστοιανευχάριστεςανευχάριστα
Γενικήανευχάριστωνανευχάριστωνανευχάριστων
Αιτιατικήανευχάριστουςανευχάριστεςανευχάριστα
Κλητικήανευχάριστοιανευχάριστεςανευχάριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →