ανευχάριστος
•
- ο πάντοτε μουρμουρίζων και μεμψιμοιρών Βικιλεξικό
- αχάριστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανευχάριστος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανευχάριστος | ανευχάριστη | ανευχάριστο |
| Γενική | ανευχάριστου | ανευχάριστης | ανευχάριστου |
| Αιτιατική | ανευχάριστο | ανευχάριστη | ανευχάριστο |
| Κλητική | ανευχάριστε | ανευχάριστη | ανευχάριστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανευχάριστοι | ανευχάριστες | ανευχάριστα |
| Γενική | ανευχάριστων | ανευχάριστων | ανευχάριστων |
| Αιτιατική | ανευχάριστους | ανευχάριστες | ανευχάριστα |
| Κλητική | ανευχάριστοι | ανευχάριστες | ανευχάριστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →