Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεύρεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η (εκ νέου) εύρεση κάποιου πράγματος ή προσώπου που δεν το γνωρίζαμε ή είχε χαθεί Βικιλεξικό
  2. Η εύρεση (ανθρώπου/πράγματος) μετά από έρευνα. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεύρεση < αρχαία ελληνική ἀνεύρεσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεύρεσηανευρέσεις
Γενικήανεύρεσηςανευρέσεων
Αιτιατικήανεύρεσηανευρέσεις
Κλητικήανεύρεσηανευρέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →