ανεύρεση
•
- η (εκ νέου) εύρεση κάποιου πράγματος ή προσώπου που δεν το γνωρίζαμε ή είχε χαθεί Βικιλεξικό
- Η εύρεση (ανθρώπου/πράγματος) μετά από έρευνα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεύρεση < αρχαία ελληνική ἀνεύρεσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεύρεση | ανευρέσεις |
| Γενική | ανεύρεσης | ανευρέσεων |
| Αιτιατική | ανεύρεση | ανευρέσεις |
| Κλητική | ανεύρεση | ανευρέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →