Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανηδονία

/a.ni.ðoˈni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψυχιατρικήη ανικανότητα βίωσης της ευχαρίστησης, της ηδονής Βικιλεξικό
    • Αν αρχίσατε να νιώθετε ανηδονία στην πορεία της ερωτικής σας ζωής, τότε σκεφτείτε μήπως συνέβη κάποιο γεγονός που σας επηρέασε (π.χ. αρνητική σεξουαλική εμπειρία, σχέση κακοποίησης ή εγκατάλειψης) ή περάσατε ένα διάστημα που είχατε αποχή από τη σεξουαλική πράξη ή παρουσιάσατε επεισόδιο κατάθλιψης. (Εφημερίδα Τα Νέα, 12/4/2013 *)

Ετυμολογία

ανηδονία < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανηδονίαανηδονίες
Γενικήανηδονίαςανηδονιών
Αιτιατικήανηδονίαανηδονίες
Κλητικήανηδονίαανηδονίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →