Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανηθικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κανείς ανήθικος Βικιλεξικό
    • η ανηθικότητα αυτού του ανθρώπου έχει ξεπεράσει κάθε όριο
  2. η έλλειψη ηθικής Βικιλεξικό
    • η ανηθικότητα των πράξεών σου με αφήνει άναυδο
  3. ενέργεια που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ηθικής Βικιλεξικό
    • αυτό που έκανες ήταν ανηθικότητα

Ετυμολογία

ανηθικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνηθικότης < ανήθικος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανηθικότηταανηθικότητες
Γενικήανηθικότηταςανηθικοτήτων
Αιτιατικήανηθικότηταανηθικότητες
Κλητικήανηθικότηταανηθικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →