ανηθικότητα
•
- το να είναι κανείς ανήθικος Βικιλεξικό
- η ανηθικότητα αυτού του ανθρώπου έχει ξεπεράσει κάθε όριο
- η έλλειψη ηθικής Βικιλεξικό
- η ανηθικότητα των πράξεών σου με αφήνει άναυδο
- ενέργεια που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ηθικής Βικιλεξικό
- αυτό που έκανες ήταν ανηθικότητα
Ετυμολογία
ανηθικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνηθικότης < ανήθικος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανηθικότητα | ανηθικότητες |
| Γενική | ανηθικότητας | ανηθικοτήτων |
| Αιτιατική | ανηθικότητα | ανηθικότητες |
| Κλητική | ανηθικότητα | ανηθικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →