Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανηλικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του ανήλικου Βικιλεξικό
    • Τη δυνατότητα διαπίστωσης της ανηλικότητας των αιτούντων διεθνή προστασία στα έξι Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης και σε όλες τις δομές φιλοξενίας που υπάρχουν ανά την επικράτεια, προβλέπει η απόφαση των Υπουργών Υγείας και Μετανάστευσης και Ασύλου. (Νέα διαδικασία διαπίστωσης της ανηλικότητας των αιτούντων διεθνή προστασία., Δελτίο Τύπου, Υπηρεσία Υποδοχής & Ταυτοποίησης, Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου 5/8/2020)

Ετυμολογία

ανηλικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνηλικότης < αρχαία ελληνική ἀνήλικος. Μορφολογικά, ανήλικ(ος) + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανηλικότηταανηλικότητες
Γενικήανηλικότηταςανηλικοτήτων
Αιτιατικήανηλικότηταανηλικότητες
Κλητικήανηλικότηταανηλικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →