ανηφορίζω
•
- κινούμαι, επάνω σε έδαφος που έχει υψομετρικές διαφορές, με κατεύθυνση προς τα πάνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανηφορίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανηφορίζω | ανηφορίζεις | ανηφορίζει | ανηφορίζουμε | ανηφορίζετε | ανηφορίζουν / ανηφορίζουνε |
| Παρατατικός | ανηφόριζα | ανηφόριζες | ανηφόριζε | ανηφορίζαμε | ανηφορίζατε | ανηφορίζαν / ανηφορίζανε / ανηφόριζαν |
| Αόριστος | ανηφόρισα | ανηφόρισες | ανηφόρισε | ανηφορίσαμε | ανηφορίσατε | ανηφορίσαν / ανηφορίσανε / ανηφόρισαν |
| Μέλλοντας | θα ανηφορίζω / θα ανηφορίσω | θα ανηφορίζεις / θα ανηφορίσεις | θα ανηφορίζει / θα ανηφορίσει | θα ανηφορίζουμε / θα ανηφορίσουμε | θα ανηφορίζετε / θα ανηφορίσετε | θα ανηφορίζουν / θα ανηφορίζουνε / θα ανηφορίσουν / θα ανηφορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανηφορίσει | έχεις ανηφορίσει | έχει ανηφορίσει | έχουμε ανηφορίσει | έχετε ανηφορίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανηφορίσει | είχες ανηφορίσει | είχε ανηφορίσει | είχαμε ανηφορίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανηφορίσει / να ανηφορίζω / να ανηφορίσω | να έχεις ανηφορίσει / να ανηφορίζεις / να ανηφορίσεις | να έχει ανηφορίσει / να ανηφορίζει / να ανηφορίσει | να έχουμε ανηφορίσει / να ανηφορίζουμε / να ανηφορίσουμε | να έχετε ανηφορίσει / να ανηφορίζετε / να ανηφορίσετε | να ανηφορίζουν / να ανηφορίζουνε / να ανηφορίσουν / να ανηφορίσουνε |
| Προστακτική | — | ανηφόριζε / ανηφόρισε | — | — | ανηφορίζετε / ανηφορίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →