ανηφοροκατήφορος
•
- κυριολεκτικάανήφορος και στη συνέχεια κατήφορος Βικιλεξικό
- μεταφορικάθετική και στη συνέχεια αρνητική εξέλιξη σε κάποιο ζήτημα, ευτυχία και στη συνέχεια δυστυχία εναλλάξ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανηφοροκατήφορος < ανήφορος + -ο- + κατήφορος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανηφοροκατήφορος | ανηφοροκατήφοροι |
| Γενική | ανηφοροκατήφορου | ανηφοροκατήφορων |
| Αιτιατική | ανηφοροκατήφορο | ανηφοροκατήφορους |
| Κλητική | ανηφοροκατήφορε | ανηφοροκατήφοροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →