ανηφόρι
•
- λογοτεχνικόανήφορος, ανηφόρα, ανηφοριά, πορεία προς τα πάνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανηφόρι < ανήφορος + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανηφόρι | ανηφόρια |
| Γενική | ανηφοριού | ανηφοριών |
| Αιτιατική | ανηφόρι | ανηφόρια |
| Κλητική | ανηφόρι | ανηφόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →