ανθέλικα
•
- ανατομίαη δεύτερη πτύχωση στο πτερύγιο του εξωτερικού μέρους του αφτιού Βικιλεξικό
- ἀνθέλιξ, -ικος, το τοξοειδές έπαρμα του εξωτερικού ωτός κάτωθεν της έλικος (Ο oρισμός στο Λεξικό Δημητράκου)
- ναυπηγικός όροςαντίθετη έλικα, η κόντρα έλικα, ή κόντρα προπέλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- η ανθέλικα φέρεται ομοαξονικά πρύμνηθεν της έλικας
Ετυμολογία
ανθέλικα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνθέλιξ από την αιτιατική σε -ικα : για τον ναυπηγικό όρο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθέλικα | ανθέλικες |
| Γενική | ανθέλικας | ανθελίκων |
| Αιτιατική | ανθέλικα | ανθέλικες |
| Κλητική | ανθέλικα | ανθέλικες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →