Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθέλικα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανατομίαη δεύτερη πτύχωση στο πτερύγιο του εξωτερικού μέρους του αφτιού Βικιλεξικό
    • ἀνθέλιξ, -ικος, το τοξοειδές έπαρμα του εξωτερικού ωτός κάτωθεν της έλικος (Ο oρισμός στο Λεξικό Δημητράκου)
  2. ναυπηγικός όροςαντίθετη έλικα, η κόντρα έλικα, ή κόντρα προπέλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
    • η ανθέλικα φέρεται ομοαξονικά πρύμνηθεν της έλικας

Ετυμολογία

ανθέλικα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνθέλιξ από την αιτιατική σε -ικα : για τον ναυπηγικό όρο < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανθέλικαανθέλικες
Γενικήανθέλικαςανθελίκων
Αιτιατικήανθέλικαανθέλικες
Κλητικήανθέλικαανθέλικες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →