Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθίζομαι

ρήμα
•
  1. μεταφορικάκαταλαβαίνω κάτι που έκρυβε κάποιος Βικιλεξικό
    • Αυτά που λες εγώ τ' ακούω βερεσέ, / τα παραμύθια σου τ' ανθίστηκα πια τώρα / και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε / ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα. (Από το τραγούδι «Ο πασατέμπος» (1946) σε στίχους του Γιώργου Γιαννακόπουλου και μουσική του Μανώλη Χιώτη)

Ετυμολογία

ανθίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος ανθίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανθίζομαιανθίζεσαιανθίζεταιανθιζόμαστεανθίζεστεανθίζονται
Παρατατικόςανθιζόμουν / ανθιζόμουναανθιζόσουν / ανθιζόσουναανθιζόταν / ανθιζότανεανθιζόμασταν / ανθιζόμαστεανθιζόσασταν / ανθιζόσαστεανθίζονταν / ανθιζόντουσαν
Αόριστοςανθίστηκαανθίστηκεςανθίστηκεανθιστήκαμεανθιστήκατεανθίστηκαν / ανθιστήκαν / ανθιστήκανε
Μέλλονταςθα ανθίζομαι / θα ανθιστώθα ανθίζεσαι / θα ανθιστείςθα ανθίζεται / θα ανθιστείθα ανθιζόμαστε / θα ανθιστούμεθα ανθίζεστε / θα ανθιστείτεθα ανθίζονται / θα ανθιστούν / θα ανθιστούνε
Παρακείμενοςέχω ανθιστείέχεις ανθιστείέχει ανθιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ανθιστείείχες ανθιστείείχε ανθιστεί———
Υποτακτικήνα έχω ανθιστεί / να ανθίζομαι / να ανθιστώνα έχεις ανθιστεί / να ανθίζεσαι / να ανθιστείςνα έχει ανθιστεί / να ανθίζεται / να ανθιστείνα ανθιζόμαστε / να ανθιστούμενα ανθίζεστε / να ανθιστείτενα ανθίζονται / να ανθιστούν / να ανθιστούνε
Προστακτική—ανθίζου / ανθίσου——ανθίζεστε / ανθιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →