Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθαγορά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κεντρική αγορά λουλουδιών και φυτών που προμηθεύει εμπόρους λιανικής Βικιλεξικό
    • στο νομό Αττικής οι δύο κυριώτερες ανθαγορές, βρίσκονται η μία στην Αμυγδαλέζα και η άλλη στον Προμπονά

Ετυμολογία

ανθαγορά < ανθ- + αγορά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανθαγοράανθαγορές
Γενικήανθαγοράςανθαγορών
Αιτιατικήανθαγοράανθαγορές
Κλητικήανθαγοράανθαγορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →