Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθοδετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ανθοδέτη ή ανθοδετική ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοανθοδετική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθοδετικός < ανθοδέτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθοδετικόςανθοδετικήανθοδετικό
Γενικήανθοδετικούανθοδετικήςανθοδετικού
Αιτιατικήανθοδετικόανθοδετικήανθοδετικό
Κλητικήανθοδετικέανθοδετικήανθοδετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθοδετικοίανθοδετικέςανθοδετικά
Γενικήανθοδετικώνανθοδετικώνανθοδετικών
Αιτιατικήανθοδετικούςανθοδετικέςανθοδετικά
Κλητικήανθοδετικοίανθοδετικέςανθοδετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →