ανθοδετικός
•
- που έχει σχέση με ανθοδέτη ή ανθοδετική ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοανθοδετική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανθοδετικός < ανθοδέτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθοδετικός | ανθοδετική | ανθοδετικό |
| Γενική | ανθοδετικού | ανθοδετικής | ανθοδετικού |
| Αιτιατική | ανθοδετικό | ανθοδετική | ανθοδετικό |
| Κλητική | ανθοδετικέ | ανθοδετική | ανθοδετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθοδετικοί | ανθοδετικές | ανθοδετικά |
| Γενική | ανθοδετικών | ανθοδετικών | ανθοδετικών |
| Αιτιατική | ανθοδετικούς | ανθοδετικές | ανθοδετικά |
| Κλητική | ανθοδετικοί | ανθοδετικές | ανθοδετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →