Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθοκηπευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ανθόκηπο, αναφέρεται ή καλλιεργείται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοανθοκηπευτικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθοκηπευτικός < ανθο- + κηπευτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθοκηπευτικόςανθοκηπευτικήανθοκηπευτικό
Γενικήανθοκηπευτικούανθοκηπευτικήςανθοκηπευτικού
Αιτιατικήανθοκηπευτικόανθοκηπευτικήανθοκηπευτικό
Κλητικήανθοκηπευτικέανθοκηπευτικήανθοκηπευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθοκηπευτικοίανθοκηπευτικέςανθοκηπευτικά
Γενικήανθοκηπευτικώνανθοκηπευτικώνανθοκηπευτικών
Αιτιατικήανθοκηπευτικούςανθοκηπευτικέςανθοκηπευτικά
Κλητικήανθοκηπευτικοίανθοκηπευτικέςανθοκηπευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →