ανθοκομία
•
- βοτανικήγεωπονικός κλάδος που μελετά την καλλιέργεια (καλλωπιστικών) φυτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανθοκομία < (καθαρεύουσα) ἀνθοκομία / ανθοκόμ(ος) + -ία, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική floriculture ή από τη γερμανική Blumenzucht. Μορφολογικά αναλύεται σε ανθο- + -κομία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθοκομία | ανθοκομίες |
| Γενική | ανθοκομίας | ανθοκομιών |
| Αιτιατική | ανθοκομία | ανθοκομίες |
| Κλητική | ανθοκομία | ανθοκομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →