Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθοκομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανθοκομία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • ανθοκομική έκθεση

Ετυμολογία

ανθοκομικός < ανθοκομ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθοκομικόςανθοκομικήανθοκομικό
Γενικήανθοκομικούανθοκομικήςανθοκομικού
Αιτιατικήανθοκομικόανθοκομικήανθοκομικό
Κλητικήανθοκομικέανθοκομικήανθοκομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθοκομικοίανθοκομικέςανθοκομικά
Γενικήανθοκομικώνανθοκομικώνανθοκομικών
Αιτιατικήανθοκομικούςανθοκομικέςανθοκομικά
Κλητικήανθοκομικοίανθοκομικέςανθοκομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →