Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθοκομώ

ρήμα
•
  1. καλλιεργώ λουλούδια Βικιλεξικό
  2. μαζεύω λουλούδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθοκομώ < (ελληνιστική κοινή) / ἀνθοκομῶ < ἀνθοκόμος < αρχαία ελληνική ἄνθος + -κομος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανθοκομώανθοκομείςανθοκομείανθοκομούμεανθοκομείτεανθοκομούν / ανθοκομούνε
Παρατατικόςανθοκομούσαανθοκομούσεςανθοκομούσεανθοκομούσαμεανθοκομούσατεανθοκομούσαν / ανθοκομούσανε
Αόριστοςανθοκόμησαανθοκόμησεςανθοκόμησεανθοκομήσαμεανθοκομήσατεανθοκομήσαν / ανθοκομήσανε / ανθοκόμησαν
Μέλλονταςθα ανθοκομήσω / θα ανθοκομώθα ανθοκομήσεις / θα ανθοκομείςθα ανθοκομήσει / θα ανθοκομείθα ανθοκομήσουμε / θα ανθοκομούμεθα ανθοκομήσετε / θα ανθοκομείτεθα ανθοκομήσουν / θα ανθοκομήσουνε / θα ανθοκομούν / θα ανθοκομούνε
Παρακείμενοςέχω ανθοκομήσειέχεις ανθοκομήσειέχει ανθοκομήσειέχουμε ανθοκομήσειέχετε ανθοκομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανθοκομήσειείχες ανθοκομήσειείχε ανθοκομήσειείχαμε ανθοκομήσει——
Υποτακτικήνα έχω ανθοκομήσει / να ανθοκομήσω / να ανθοκομώνα έχεις ανθοκομήσει / να ανθοκομήσεις / να ανθοκομείςνα έχει ανθοκομήσει / να ανθοκομήσει / να ανθοκομείνα έχουμε ανθοκομήσει / να ανθοκομήσουμε / να ανθοκομούμενα έχετε ανθοκομήσει / να ανθοκομήσετε / να ανθοκομείτενα ανθοκομήσουν / να ανθοκομήσουνε / να ανθοκομούν / να ανθοκομούνε
Προστακτική—ανθοκόμει / ανθοκόμησε——ανθοκομήστε / ανθοκομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →