Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθοπαραγωγός

/an.θo.pa.ɾa.ɣoˈɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαάνθρωπος που παράγει και εμπορεύεται άνθη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθοπαραγωγός < ανθο- + -παραγωγός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανθοπαραγωγόςανθοπαραγωγοί
Γενικήανθοπαραγωγούανθοπαραγωγών
Αιτιατικήανθοπαραγωγόανθοπαραγωγούς
Κλητικήανθοπαραγωγέανθοπαραγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ανθοπαραγωγός

/an.θo.pa.ɾa.ɣoˈɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παράγει άνθη, λουλούδια Βικιλεξικό
    • Η Ολλανδία, η πιο ανταγωνιστική ανθοπαραγωγός χώρα, έχει σαρώσει την εγχώρια αγορά (Τα άγνωστα λουλούδια της Κρήτης, 14/02/2020 https://www.neakriti.gr/article/parapolitika/1567917/ta-agnosta-louloudia-tis-kritis/)

Ετυμολογία

ανθοπαραγωγός < ανθο- + -παραγωγός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθοπαραγωγόςανθοπαραγωγοςανθοπαραγωγο / ανθοπαραγωγό
Γενικήανθοπαραγωγού—ανθοπαραγωγού
Αιτιατικήανθοπαραγωγό—ανθοπαραγωγό
Κλητικήανθοπαραγωγέ—ανθοπαραγωγό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθοπαραγωγοί—ανθοπαραγωγά
Γενικήανθοπαραγωγών—ανθοπαραγωγών
Αιτιατικήανθοπαραγωγούς—ανθοπαραγωγά
Κλητικήανθοπαραγωγοί—ανθοπαραγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →