ανθοπώλης
•
- επάγγελμαπου πουλάει άνθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανθοπώλης < ελληνιστική κοινή ἀνθοπώλης < ἄνθος + πωλῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε ανθο- + -πώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθοπώλης | ανθοπώλες |
| Γενική | ανθοπώλη | ανθοπωλών |
| Αιτιατική | ανθοπώλη | ανθοπώλες |
| Κλητική | ανθοπώλη | ανθοπώλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →