Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθρακικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαγια χημικές ενώσεις που περιέχουν άνθρακα Βικιλεξικό
    • ανθρακικό οξύ
    • όξινο ανθρακικό νάτριο (σόδα)
    • Συγκεκριμένα τα μετεωρικά υδάτινα κατακρημνίσματα δηλαδή τα νερά της βροχής κατεισδύουν και διηθούνται μέσω των διακλάσεων, ρωγματώσεων, εγκοίλων των ανθρακικών πετρωμάτων (Φωτ. 2,3) που χαρακτηρίζονται ως υδατοπερατά (Επαφές των γεωλογικών σχηματισμών. Παραγωγικές δομές του υπόγειου υδάτινου δυναμικού και των Ορυκτών Πρώτων Υλών (ΟΠΥ), 27 Απριλίου 2018, oryktosploutos.net https://www.oryktosploutos.net/2018/04/blog-post_26-12/)

Ετυμολογία

ανθρακικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρακικόςανθρακικήανθρακικό
Γενικήανθρακικούανθρακικήςανθρακικού
Αιτιατικήανθρακικόανθρακικήανθρακικό
Κλητικήανθρακικέανθρακικήανθρακικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρακικοίανθρακικέςανθρακικά
Γενικήανθρακικώνανθρακικώνανθρακικών
Αιτιατικήανθρακικούςανθρακικέςανθρακικά
Κλητικήανθρακικοίανθρακικέςανθρακικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →