ανθρακώνω
•
- απανθρακώνω, καρβουνιάζω Βικιλεξικό
- ψήνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανθρακώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀνθρακόω < αρχαία ελληνική ἀνθρακόομαι < ἄνθραξ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανθρακώνω | ανθρακώνεις | ανθρακώνει | ανθρακώνουμε | ανθρακώνετε | ανθρακώνουν / ανθρακώνουνε |
| Παρατατικός | ανθράκωνα | ανθράκωνες | ανθράκωνε | ανθρακώναμε | ανθρακώνατε | ανθράκωναν / ανθρακώναν / ανθρακώνανε |
| Αόριστος | ανθράκωσα | ανθράκωσες | ανθράκωσε | ανθρακώσαμε | ανθρακώσατε | ανθράκωσαν / ανθρακώσαν / ανθρακώσανε |
| Μέλλοντας | θα ανθρακώνω / θα ανθρακώσω | θα ανθρακώνεις / θα ανθρακώσεις | θα ανθρακώνει / θα ανθρακώσει | θα ανθρακώνουμε / θα ανθρακώσουμε | θα ανθρακώνετε / θα ανθρακώσετε | θα ανθρακώνουν / θα ανθρακώνουνε / θα ανθρακώσουν / θα ανθρακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανθρακώσει | έχεις ανθρακώσει | έχει ανθρακώσει | έχουμε ανθρακώσει | έχετε ανθρακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανθρακώσει | είχες ανθρακώσει | είχε ανθρακώσει | είχαμε ανθρακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανθρακώσει / να ανθρακώνω / να ανθρακώσω | να έχεις ανθρακώσει / να ανθρακώνεις / να ανθρακώσεις | να έχει ανθρακώσει / να ανθρακώνει / να ανθρακώσει | να έχουμε ανθρακώσει / να ανθρακώνουμε / να ανθρακώσουμε | να έχετε ανθρακώσει / να ανθρακώνετε / να ανθρακώσετε | να ανθρακώνουν / να ανθρακώνουνε / να ανθρακώσουν / να ανθρακώσουνε |
| Προστακτική | — | ανθράκωνε / ανθράκωσε | — | — | ανθρακώνετε / ανθρακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →