ανθρωπάκι
•
- οικείοτο μωρό Βικιλεξικό
- μικρόσωμος άνθρωπος Βικιλεξικό
- μεταφορικάασήμαντος ή τιποτένιος άνθρωπος Βικιλεξικό
- ανθρωπάκι θα είστε μετά απ' αυτό, όχι ανακριτής! Ποτέ δεν τόλμησα να σας βρίσω, αλλά τώρα εσείς μ'αναγκάζετε ! Ένα άβουλο ανθρωπάκι, ένας γελοίος ! (Άντον Τσέχοφ, Ο απρόβλεπτος κύριος Τσέχοφ: Σαράντα δύο διηγήματα, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- μεταφορικάάκακος και αγαθός άνθρωπος, που δεν πειράζει Βικιλεξικό
- Το καλό φιλήσυχο ανθρωπάκι ήταν κολέκτορας του Πατατάκου ! (Ιερώνυμος Λύκαρης, Το ρομάντζο των καθαρμάτων, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
ανθρωπάκι < άνθρωπ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθρωπάκι | ανθρωπάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ανθρωπάκι | ανθρωπάκια |
| Κλητική | ανθρωπάκι | ανθρωπάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →