Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθρωπάκι

/an.θɾoˈpa.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοτο μωρό Βικιλεξικό
  2. μικρόσωμος άνθρωπος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάασήμαντος ή τιποτένιος άνθρωπος Βικιλεξικό
    • ανθρωπάκι θα είστε μετά απ' αυτό, όχι ανακριτής! Ποτέ δεν τόλμησα να σας βρίσω, αλλά τώρα εσείς μ'αναγκάζετε ! Ένα άβουλο ανθρωπάκι, ένας γελοίος ! (Άντον Τσέχοφ, Ο απρόβλεπτος κύριος Τσέχοφ: Σαράντα δύο διηγήματα, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
  4. μεταφορικάάκακος και αγαθός άνθρωπος, που δεν πειράζει Βικιλεξικό
    • Το καλό φιλήσυχο ανθρωπάκι ήταν κολέκτορας του Πατατάκου ! (Ιερώνυμος Λύκαρης, Το ρομάντζο των καθαρμάτων, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

ανθρωπάκι < άνθρωπ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανθρωπάκιανθρωπάκια
Γενική——
Αιτιατικήανθρωπάκιανθρωπάκια
Κλητικήανθρωπάκιανθρωπάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →