ανθρωπεμπορία
•
- η δουλεμπορία Βικιλεξικό
- η σωματεμπορία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανθρωπεμπορία < ανθρωπ- + -εμπορία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθρωπεμπορία | ανθρωπεμπορίες |
| Γενική | ανθρωπεμπορίας | ανθρωπεμποριών |
| Αιτιατική | ανθρωπεμπορία | ανθρωπεμπορίες |
| Κλητική | ανθρωπεμπορία | ανθρωπεμπορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →