Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθρωπισμός

/an.θɾo.piˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πνευματικό κίνημα της Αναγέννησης που έδινε έμφαση στη μελέτη της κλασικής αρχαιότητας Βικιλεξικό
  2. φιλοσοφική στάση η οποία θεωρεί τον άνθρωπο κέντρο του κόσμου και κεντρική αξία της Βικιλεξικό
  3. μια αντίληψη που πρεσβεύει ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της κοινωνίας και του πολιτισμού και κριτήριο της προόδου σε κάθε τομέα οφείλει να είναι η ελευθερία του και η ποιότητα της ζωής του. Βικιλεξικό
  4. τρόπος συμπεριφοράς που (πρέπει να) επιδεικνύει ο άνθρωπος στον συνάνθρωπό του Βικιλεξικό
    • Ἐπίσης εὔχομαι ὀλίγην ἐντροπὴν εἰς τοὺς πατέρας τοῦ ἔθνους, ὀλίγην συνείδησιν εἰς τοὺς ἰατροὺς καὶ εἰς τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας καὶ ὀλίγον ἀνθρωπισμὸν εἰς τοὺς ἀξιοῦντας ὅτι εἰσὶν ἄνθρωποι.

Ετυμολογία

ανθρωπισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνθρωπισμός (ανθρωπιά, ανθρώπινη φύση) < (ἀθρωπίζω) ἀνθρωπισ- + μός (-ισμός), σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Humanismus ή από τη γαλλική humanisme < νεολατινικά humanismus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανθρωπισμόςανθρωπισμοί
Γενικήανθρωπισμούανθρωπισμών
Αιτιατικήανθρωπισμόανθρωπισμούς
Κλητικήανθρωπισμέανθρωπισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →