ανθρωπογεωγραφικός
•
- που έχει σχέση με την ανθρωπογεωγραφία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανθρωπογεωγραφικός < ανθρωπογεωγραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθρωπογεωγραφικός | ανθρωπογεωγραφική | ανθρωπογεωγραφικό |
| Γενική | ανθρωπογεωγραφικού | ανθρωπογεωγραφικής | ανθρωπογεωγραφικού |
| Αιτιατική | ανθρωπογεωγραφικό | ανθρωπογεωγραφική | ανθρωπογεωγραφικό |
| Κλητική | ανθρωπογεωγραφικέ | ανθρωπογεωγραφική | ανθρωπογεωγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθρωπογεωγραφικοί | ανθρωπογεωγραφικές | ανθρωπογεωγραφικά |
| Γενική | ανθρωπογεωγραφικών | ανθρωπογεωγραφικών | ανθρωπογεωγραφικών |
| Αιτιατική | ανθρωπογεωγραφικούς | ανθρωπογεωγραφικές | ανθρωπογεωγραφικά |
| Κλητική | ανθρωπογεωγραφικοί | ανθρωπογεωγραφικές | ανθρωπογεωγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →