Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθρωπογεωγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανθρωπογεωγραφία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθρωπογεωγραφικός < ανθρωπογεωγραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωπογεωγραφικόςανθρωπογεωγραφικήανθρωπογεωγραφικό
Γενικήανθρωπογεωγραφικούανθρωπογεωγραφικήςανθρωπογεωγραφικού
Αιτιατικήανθρωπογεωγραφικόανθρωπογεωγραφικήανθρωπογεωγραφικό
Κλητικήανθρωπογεωγραφικέανθρωπογεωγραφικήανθρωπογεωγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωπογεωγραφικοίανθρωπογεωγραφικέςανθρωπογεωγραφικά
Γενικήανθρωπογεωγραφικώνανθρωπογεωγραφικώνανθρωπογεωγραφικών
Αιτιατικήανθρωπογεωγραφικούςανθρωπογεωγραφικέςανθρωπογεωγραφικά
Κλητικήανθρωπογεωγραφικοίανθρωπογεωγραφικέςανθρωπογεωγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →