Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθρωποκεντρισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαη φιλοσοφική πίστη ότι ο άνθρωπος ως εσωτερικότητα (σκέψη) και εξωτερικότητα (πράξη) είναι ο σκοπός της παρούσης διάστασης του Θεού και της φύσης και του προσώπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθρωποκεντρισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική anthropocentrism < anthropocentrique + -isme. Μορφολογικά αναλύεται σε ανθρωπο- + κέντρ(ο) + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανθρωποκεντρισμόςανθρωποκεντρισμοί
Γενικήανθρωποκεντρισμούανθρωποκεντρισμών
Αιτιατικήανθρωποκεντρισμόανθρωποκεντρισμούς
Κλητικήανθρωποκεντρισμέανθρωποκεντρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →