Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθρωπωνυμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα ανθρωπωνυμικά ή τα ανθρωπωνύμια ή που αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθρωπωνυμικός < ανθρωπωνύμιο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωπωνυμικόςανθρωπωνυμικήανθρωπωνυμικό
Γενικήανθρωπωνυμικούανθρωπωνυμικήςανθρωπωνυμικού
Αιτιατικήανθρωπωνυμικόανθρωπωνυμικήανθρωπωνυμικό
Κλητικήανθρωπωνυμικέανθρωπωνυμικήανθρωπωνυμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωπωνυμικοίανθρωπωνυμικέςανθρωπωνυμικά
Γενικήανθρωπωνυμικώνανθρωπωνυμικώνανθρωπωνυμικών
Αιτιατικήανθρωπωνυμικούςανθρωπωνυμικέςανθρωπωνυμικά
Κλητικήανθρωπωνυμικοίανθρωπωνυμικέςανθρωπωνυμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →