Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθρωπόκαινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου αφορά γεωλογική περίοδο που προτείνεται για να δηλώσει τη φάση της ιστορίας της Γης στην οποία ο άνθρωπος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα μετασχηματισμού του πλανήτη, κυρίως μέσω της τεχνολογίας, της κατανάλωσης και των επιπτώσεών τους στο κλίμα και τη βιοποικιλότητα Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοανθρωπόκαινο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθρωπόκαινος < αγγλική anthropocenic < Anthropocene < αρχαία ελληνική ἄνθρωπος + καινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωπόκαινοςανθρωπόκαινηανθρωπόκαινο
Γενικήανθρωπόκαινουανθρωπόκαινηςανθρωπόκαινου
Αιτιατικήανθρωπόκαινοανθρωπόκαινηανθρωπόκαινο
Κλητικήανθρωπόκαινεανθρωπόκαινηανθρωπόκαινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωπόκαινοιανθρωπόκαινεςανθρωπόκαινα
Γενικήανθρωπόκαινωνανθρωπόκαινωνανθρωπόκαινων
Αιτιατικήανθρωπόκαινουςανθρωπόκαινεςανθρωπόκαινα
Κλητικήανθρωπόκαινοιανθρωπόκαινεςανθρωπόκαινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →