Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθυγιεινός

/an.θi.ʝi.iˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι αντίθετος με τους κανόνες της υγιεινής, που μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην υγεία Βικιλεξικό
    • Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι πως τα συμφέροντα, η τεμπελιά και η άγνοια με έριξαν στην ανθυγιεινή αγκαλιά της βιομηχανίας που έμελλε να με σκοτώσει αργά και ηδονικά. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)

Ετυμολογία

ανθυγιεινός < ανθ- (< αντί) + υγιεινός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική insalubre)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθυγιεινόςανθυγιεινήανθυγιεινό
Γενικήανθυγιεινούανθυγιεινήςανθυγιεινού
Αιτιατικήανθυγιεινόανθυγιεινήανθυγιεινό
Κλητικήανθυγιεινέανθυγιεινήανθυγιεινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθυγιεινοίανθυγιεινέςανθυγιεινά
Γενικήανθυγιεινώνανθυγιεινώνανθυγιεινών
Αιτιατικήανθυγιεινούςανθυγιεινέςανθυγιεινά
Κλητικήανθυγιεινοίανθυγιεινέςανθυγιεινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →