Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθυπαστυνόμος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βαθμός αστυνομίαςβαθμός της Ελληνικής Αστυνομίας που βρίσκεται ιεραρχικά μεταξύ Υπαξιωματικών και Αξιωματικών, ανώτερος από αρχιφύλακα, κατώτερος από υπαστυνόμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθυπαστυνόμος < (αντί) ανθ- + υπαστυνόμος (υπ- + αστυνόμος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανθυπαστυνόμοςανθυπαστυνόμοι
Γενικήανθυπαστυνόμουανθυπαστυνόμων
Αιτιατικήανθυπαστυνόμοανθυπαστυνόμους
Κλητικήανθυπαστυνόμεανθυπαστυνόμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →