Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθόστρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι στρωμένος με άνθη Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεύκολος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάευτυχής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθόστρωτος < άνθ(ος) + -ο- + -στρωτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθόστρωτοςανθόστρωτηανθόστρωτο
Γενικήανθόστρωτουανθόστρωτηςανθόστρωτου
Αιτιατικήανθόστρωτοανθόστρωτηανθόστρωτο
Κλητικήανθόστρωτεανθόστρωτηανθόστρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθόστρωτοιανθόστρωτεςανθόστρωτα
Γενικήανθόστρωτωνανθόστρωτωνανθόστρωτων
Αιτιατικήανθόστρωτουςανθόστρωτεςανθόστρωτα
Κλητικήανθόστρωτοιανθόστρωτεςανθόστρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →