Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθύπας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτική αργκόο ανθυπασπιστής Βικιλεξικό
    • «Βλέπω φακό, η έφοδος, κουμπώσου». Και, να, σε λίγο ήρθε κοντά η έφοδος. Ήταν εκείνη η μουστόγρια ο ανθύπας, μόνιμος ανθυπασπιστής, πλάσμα στριμμένο και ανέραστο. (Γιώργος Ιωάννου Κυτίον θα πει κουτί, από τη συλλογή επιτάφιος θρήνος, 1980 https://web.archive.org/web/20220127170633/http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/iwannou_kution.html)
    • Για κακή μας τύχη ένας ανθύπας με λαδωμένο μαλλί ανοιχτό πουκάμισο για να φαίνονται οι χρυσές αλυσίδες του, που το έπαιζε μέγα καμάκι, εμφανίστηκε στην πιο κρίσιμη στιγμή για να δει δήθεν αν καθαρίζουμε καλά. (Νίκος Μολυβιάτης, Οι Αμαζόνες και η ροχάλα του κυρίου, από τη συλλογή διηγημάτων Στην ταράτσα του Ιγνάτιου https://www.mikrosapoplous.gr/extracts/mathisis/54.html)

Ετυμολογία

ανθύπας < αφετικός τύπος, περικοπή του ανθυπασπιστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανθύπαςανθύπες
Γενικήανθύπα—
Αιτιατικήανθύπαανθύπες
Κλητικήανθύπαανθύπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →