ανθώ
•
- μεταφορικάανθίζω, ακμάζω Βικιλεξικό
- Στο κέντρο της πόλης ανθεί η παραοικονομία.
- λόγιοανθίζω (για φυτά) Βικιλεξικό
- Κυκλάμινο, κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα, πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσχο και σαλεύεις;
Ετυμολογία
ανθώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνθῶ (ἀνθέω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανθώ | ανθείς | ανθεί | ανθούμε | ανθείτε | ανθούν / ανθούνε |
| Παρατατικός | ανθούσα | ανθούσες | ανθούσε | ανθούσαμε | ανθούσατε | ανθούσαν / ανθούσανε |
| Αόριστος | άνθησα | άνθησες | άνθησε | ανθήσαμε | ανθήσατε | άνθησαν / ανθήσαν / ανθήσανε |
| Μέλλοντας | θα ανθήσω / θα ανθώ | θα ανθήσεις / θα ανθείς | θα ανθήσει / θα ανθεί | θα ανθήσουμε / θα ανθούμε | θα ανθήσετε / θα ανθείτε | θα ανθήσουν / θα ανθήσουνε / θα ανθούν / θα ανθούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανθήσει | έχεις ανθήσει | έχει ανθήσει | έχουμε ανθήσει | έχετε ανθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανθήσει | είχες ανθήσει | είχε ανθήσει | είχαμε ανθήσει | είχατε ανθήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω ανθήσει / να ανθήσω / να ανθώ | να έχεις ανθήσει / να ανθήσεις / να ανθείς | να έχει ανθήσει / να ανθήσει / να ανθεί | να έχουμε ανθήσει / να ανθήσουμε / να ανθούμε | να έχετε ανθήσει / να ανθήσετε / να ανθείτε | να ανθήσουν / να ανθήσουνε / να ανθούν / να ανθούνε |
| Προστακτική | — | άνθησε | — | — | ανθήστε / ανθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →