ανιμιστικός
•
- που έχει σχέση με τον ανιμισμό, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανιμιστικός < ανιμιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανιμιστικός | ανιμιστική | ανιμιστικό |
| Γενική | ανιμιστικού | ανιμιστικής | ανιμιστικού |
| Αιτιατική | ανιμιστικό | ανιμιστική | ανιμιστικό |
| Κλητική | ανιμιστικέ | ανιμιστική | ανιμιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανιμιστικοί | ανιμιστικές | ανιμιστικά |
| Γενική | ανιμιστικών | ανιμιστικών | ανιμιστικών |
| Αιτιατική | ανιμιστικούς | ανιμιστικές | ανιμιστικά |
| Κλητική | ανιμιστικοί | ανιμιστικές | ανιμιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →