Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανιμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ανιμισμό, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανιμιστικός < ανιμιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιμιστικόςανιμιστικήανιμιστικό
Γενικήανιμιστικούανιμιστικήςανιμιστικού
Αιτιατικήανιμιστικόανιμιστικήανιμιστικό
Κλητικήανιμιστικέανιμιστικήανιμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιμιστικοίανιμιστικέςανιμιστικά
Γενικήανιμιστικώνανιμιστικώνανιμιστικών
Αιτιατικήανιμιστικούςανιμιστικέςανιμιστικά
Κλητικήανιμιστικοίανιμιστικέςανιμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →