Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανιονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημεία: ο σχετικός με ανιόν Βικιλεξικό
    • ανιονικός πολυμερισμός, ανιονικό σύμπλοκο

Ετυμολογία

ανιονικός < ανιόν, (αντιδάνειο) αγγλική anionic

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιονικόςανιονική / ανιονικηανιονικο / ανιονικό
Γενικήανιονικούανιονικήςανιονικού
Αιτιατικήανιονικόανιονικήανιονικό
Κλητικήανιονικέανιονικήανιονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιονικοίανιονικέςανιονικά
Γενικήανιονικώνανιονικώνανιονικών
Αιτιατικήανιονικούςανιονικέςανιονικά
Κλητικήανιονικοίανιονικέςανιονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →