Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανισομετρία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη ισομετρίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανισομετρία < αν- στερητικό + ισομετρία. Αναλύεται και σε ανισο- + -μετρία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανισομετρίαανισομετρίες
Γενικήανισομετρίαςανισομετριών
Αιτιατικήανισομετρίαανισομετρίες
Κλητικήανισομετρίαανισομετρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →