ανισοσκέλεια
•
- οικονομίαη ιδιότητα του ανισοσκελούς, κατάσταση ή φαινόμενο άνισης κατανομής ή διάταξης, είτε σε οικονομικά μεγέθη είτε στο ανθρώπινο σώμα (που μαρτυρεί έλλειψη συμμετρίας, ισότητας ή λειτουργικής ισορροπίας) είτε γενικότερα Βικιλεξικό
- ιατρικήη ιδιότητα του ανισοσκελούς, κατάσταση ή φαινόμενο άνισης κατανομής ή διάταξης, είτε σε οικονομικά μεγέθη είτε στο ανθρώπινο σώμα (που μαρτυρεί έλλειψη συμμετρίας, ισότητας ή λειτουργικής ισορροπίας) είτε γενικότερα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ανισοσκελία
Ετυμολογία
ανισοσκέλεια < ανισοσκελής + -εια ((ιατρική): μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική disequilibrium)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανισοσκέλεια | ανισοσκέλειες |
| Γενική | ανισοσκέλειας | ανισοσκελειών |
| Αιτιατική | ανισοσκέλεια | ανισοσκέλειες |
| Κλητική | ανισοσκέλεια | ανισοσκέλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →