ανισοσκελία
•
- ιατρικήη έλλειψη ισοσκελίας / ισοσκέλειας, η δυσμορφική κατάσταση κατά την οποία τα κάτω άκρα κάποιου έχουν άνισο μήκος Βικιλεξικό
- Αύξηση του ύψους σε ανθρώπους που πάσχουν από νανισμό έως και κατά 30 εκατοστά, αντιμετώπιση των ανισοσκελιών που έχουν προκληθεί από σοβαρούς τραυματισμούς ή από ασθένειες επιτυγχάνουν πλέον οι επιστήμονες με τη μέθοδο της «διατατικής οστεογένεσης» ή ιστογένεσης. (εφημερίδα Τα Νέα, 27.11.2007)
Ετυμολογία
ανισοσκελία < αν- + ισοσκελία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική disequilibrium) ::→ δείτε και τη λέξη άνισος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανισοσκελία | ανισοσκελίες |
| Γενική | ανισοσκελίας | ανισοσκελιών |
| Αιτιατική | ανισοσκελία | ανισοσκελίες |
| Κλητική | ανισοσκελία | ανισοσκελίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →