ανιστόρητος
•
- για άνθρωπομε άγνοια της ιστορίας Βικιλεξικό
- για διήγησημε άγνοια της ιστορίας Βικιλεξικό
- που δεν τον έχουν εξιστορήσει ή δεν είναι δυνατόν να εξιστορηθεί Βικιλεξικό
- Και ήταν οι καιροί που ατίναχτο // μέγα αστροπελέκι, κάτι // πρωταγρίκητο κι ως τότε κι ανιστόρητο, // ... κρέμουνταν απάνω από τον κόσμο
- για ναόπου δεν τον έχουν ιστορήσει με τοιχογραφίες Βικιλεξικό
- λόγω οικονομικών προβλημάτων το παρεκκλήσι παρέμεινε ανιστόρητο
Ετυμολογία
ανιστόρητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνιστόρητος (που δεν γνωρίζει την ιστορία, απληροφόρητος· ανεξερεύνητος, μη καταγεγραμμένος) < ἀν- στερητικό + ἱστορέω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος :* για τη σημασία «που δεν τον εξιστόρησαν» < αναδημιουργία λέξης, αν- στερητικό + (ιστορώ) ιστορη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανιστόρητος | ανιστόρητη | ανιστόρητο |
| Γενική | ανιστόρητου | ανιστόρητης | ανιστόρητου |
| Αιτιατική | ανιστόρητο | ανιστόρητη | ανιστόρητο |
| Κλητική | ανιστόρητε | ανιστόρητη | ανιστόρητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανιστόρητοι | ανιστόρητες | ανιστόρητα |
| Γενική | ανιστόρητων | ανιστόρητων | ανιστόρητων |
| Αιτιατική | ανιστόρητους | ανιστόρητες | ανιστόρητα |
| Κλητική | ανιστόρητοι | ανιστόρητες | ανιστόρητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →