Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανιστόρητος

/a.niˈsto.ɾi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άνθρωπομε άγνοια της ιστορίας Βικιλεξικό
  2. για διήγησημε άγνοια της ιστορίας Βικιλεξικό
  3. που δεν τον έχουν εξιστορήσει ή δεν είναι δυνατόν να εξιστορηθεί Βικιλεξικό
    • Και ήταν οι καιροί που ατίναχτο // μέγα αστροπελέκι, κάτι // πρωταγρίκητο κι ως τότε κι ανιστόρητο, // ... κρέμουνταν απάνω από τον κόσμο
  4. για ναόπου δεν τον έχουν ιστορήσει με τοιχογραφίες Βικιλεξικό
    • λόγω οικονομικών προβλημάτων το παρεκκλήσι παρέμεινε ανιστόρητο

Ετυμολογία

ανιστόρητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνιστόρητος (που δεν γνωρίζει την ιστορία, απληροφόρητος· ανεξερεύνητος, μη καταγεγραμμένος) < ἀν- στερητικό + ἱστορέω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος :* για τη σημασία «που δεν τον εξιστόρησαν» < αναδημιουργία λέξης, αν- στερητικό + (ιστορώ) ιστορη- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιστόρητοςανιστόρητηανιστόρητο
Γενικήανιστόρητουανιστόρητηςανιστόρητου
Αιτιατικήανιστόρητοανιστόρητηανιστόρητο
Κλητικήανιστόρητεανιστόρητηανιστόρητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιστόρητοιανιστόρητεςανιστόρητα
Γενικήανιστόρητωνανιστόρητωνανιστόρητων
Αιτιατικήανιστόρητουςανιστόρητεςανιστόρητα
Κλητικήανιστόρητοιανιστόρητεςανιστόρητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →