Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανισόπεδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο από κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • ανισόπεδη διάβαση
  2. που αποτελείται από τμήματα τα οποία είναι τοποθετημένα σε διαφορετικά επίπεδα Βικιλεξικό
    • ανισόπεδος κόμβος

Ετυμολογία

ανισόπεδος < αν- στερητικό + ισόπεδος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανισόπεδοςανισόπεδηανισόπεδο
Γενικήανισόπεδουανισόπεδηςανισόπεδου
Αιτιατικήανισόπεδοανισόπεδηανισόπεδο
Κλητικήανισόπεδεανισόπεδηανισόπεδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανισόπεδοιανισόπεδεςανισόπεδα
Γενικήανισόπεδωνανισόπεδωνανισόπεδων
Αιτιατικήανισόπεδουςανισόπεδεςανισόπεδα
Κλητικήανισόπεδοιανισόπεδεςανισόπεδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →