Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανιχνευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανίχνευση, αναφέρεται σ’ αυτή, γίνεται γι’ αυτή ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανιχνευτικός < ανιχνεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιχνευτικόςανιχνευτικήανιχνευτικό
Γενικήανιχνευτικούανιχνευτικήςανιχνευτικού
Αιτιατικήανιχνευτικόανιχνευτικήανιχνευτικό
Κλητικήανιχνευτικέανιχνευτικήανιχνευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιχνευτικοίανιχνευτικέςανιχνευτικά
Γενικήανιχνευτικώνανιχνευτικώνανιχνευτικών
Αιτιατικήανιχνευτικούςανιχνευτικέςανιχνευτικά
Κλητικήανιχνευτικοίανιχνευτικέςανιχνευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →