ανιχνευτικός
•
- που έχει σχέση με την ανίχνευση, αναφέρεται σ’ αυτή, γίνεται γι’ αυτή ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανιχνευτικός < ανιχνεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανιχνευτικός | ανιχνευτική | ανιχνευτικό |
| Γενική | ανιχνευτικού | ανιχνευτικής | ανιχνευτικού |
| Αιτιατική | ανιχνευτικό | ανιχνευτική | ανιχνευτικό |
| Κλητική | ανιχνευτικέ | ανιχνευτική | ανιχνευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανιχνευτικοί | ανιχνευτικές | ανιχνευτικά |
| Γενική | ανιχνευτικών | ανιχνευτικών | ανιχνευτικών |
| Αιτιατική | ανιχνευτικούς | ανιχνευτικές | ανιχνευτικά |
| Κλητική | ανιχνευτικοί | ανιχνευτικές | ανιχνευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →