Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοήμων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοανόητος, που δεν έχει μυαλό Βικιλεξικό
    • Αντίστιξη φυσικής επιλογής: ποιος θα επιβιώσει μιας βιβλικής καταστροφής, ο «έμφρων» φονιάς ή τα «ανοήμονα» έντομα; (εφ. Ελευθεροτυπία, 13.12.2013)
    • Ανοήμονες συνωμοσιολόγοι, (Εθνικός Κήρυξ, 30/8/2020 https://web.archive.org/web/20210709184526/https://www.ekirikas.com/apopseis_praktorika/arthro/anoimones_synomosiologoi-782454/)
    • Δεν δικαιούμαι να θεωρώ ότι μου στερούν την ελευθερία και χαρακτηρίζομαι αδύναμη, ανοήμων, ασεβής στον εαυτό μου, στον συνάνθρωπό μου, στον αδερφό μου (Ελένη Α. Σακκά: "Άφθαρτη ετικέτα" - γράφει η Αγγελική Καραπάνου, ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ, 17 Ιουνίου 2021 https://ennepe-moussa.gr/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B9%CE%B4%CE%BF/%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B7-%CE%B1-%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BA%CE%AC-%CE%AC%CF%86%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B7-%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%84%CE%B1-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85)

Ετυμολογία

ανοήμων < αρχαία ελληνική ἀνοήμων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοήμονας / ανοήμωνανοήμωνανοήμον
Γενικήανοήμονα / ανοήμονοςανοήμονοςανοήμονος
Αιτιατικήανοήμοναανοήμοναανοήμον
Κλητικήανοήμονα / ανοήμωνανοήμωνανοήμον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοήμονεςανοήμονεςανοήμονα
Γενικήανοημόνωνανοημόνωνανοημόνων
Αιτιατικήανοήμονεςανοήμονεςανοήμονα
Κλητικήανοήμονεςανοήμονεςανοήμονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →